δευτεροῦχος

δευτερ-οῦχος, ον,
A = τὰ δευτερεῖα ἔχων, Lyc.204.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δευτερούχος — δευτεροῡχος, ον (Α) αυτός που κατέχει τη δεύτερη θέση, που κατέχει τα δευτερεία* …   Dictionary of Greek

  • δευτεροῦχον — δευτεροῦχος masc/fem acc sg δευτεροῦχος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεύτερος — η, ο και δεύτερος, δευτέρα, ο (AM δεύτερος, α, ον) Ι. 1. αυτός που φθάνει, έρχεται ή γίνεται αμέσως μετά τον πρώτο (σε διαδοχή χρόνου) (α. «τερμάτισε δεύτερος» β. «γεννήθηκε δεύτερος» γ. «δεύτερος αὖ προΐει ἔγχος» έσυρε δεύτερος το ξίφος) 2.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.